1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραβάτης

παραβάτης

Word
παραβάτης, -ου, ὁ (parabatēs)
Gloss
  • transgressor
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3848
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 5
Syllables
πα·ρα·βά·της
pa·ra·ba·tēs

Noun Forms

Singular
παραβάτης
τοῦ
τῳ
τόν παραβάτην
Plural
οἱ παραβάται
τῶν
τοῖς
τούς