1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραβιάζομαι

παραβιάζομαι

Word
παραβιάζομαι (parabiazomai)
Gloss
  • urge strongly
  • prevail upon
  • urge
  • constrain by entreaties
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3849
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2
Syllables
πα·ρα·βι·ά·ζο·μαι
pa·ra·bi·a·zo·mai

Verb Forms

Aorist
Middle
επαραβιαζθην
επαραβιαζθης
παρεβιάσατο
επαραβιαζθημεν
επαραβιαζθητε
παρεβιάσαντο

Usage in Biblical Text