1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραβολή

παραβολή

Word
παραβολή, -ῆς, ἡ (parabolē)
Gloss
  • parable
  • illustration
  • comparison
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3850
Word Frequency
  • Nestle 1904: 50
  • Byzantine NT: 50
Syllables
πα·ρα·βο·λή
pa·ra·bo·lē

Noun Forms

Singular
παραβολή
τῆς παραβολῆς
τῃ παραβολῇ
τήν παραβολήν
Plural
αἱ παραβολαί
τῶν παραβολῶν
ταῖς παραβολαῖς
τάς παραβολάς

Usage in Biblical Text