1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραγγέλλω

παραγγέλλω

Word
παραγγέλλω (paraggellō)
Gloss
  • order
  • command
  • charge
  • notify
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3853
Word Frequency
  • Nestle 1904: 31
  • Byzantine NT: 30
Syllables
πα·ραγ·γέλ·λω
pa·rag·gel·lō

Verb Forms

Present
Active
παραγγέλλω
παραγγελλεις
παραγγέλλει
παραγγέλλομεν
παραγγελλετε
παραγγελλουσιν
Imperfect
Active
επαραγγελλον
επαραγγελλες
παρήγγελλεν
παρηγγέλλομεν
επαραγγελλετε
επαραγγελλον
Aorist
Active
επαραγγελλσα
επαραγγελλσας
παρήγγειλεν
παρηγγείλαμεν
επαραγγελλσατε
παρήγγειλαν
Subjunctive
Aorist
παραγγείλῃς
Imperative
Present
παράγγελλε
Infinitive
Present
παραγγέλλειν

Usage in Biblical Text