Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. π
  3. παραδειγματίζω

παραδειγματίζω

Word
παραδειγματίζω
Transliteration
paradeigmatizō
Gloss
  • expose
  • make an example of
  • put to shame
  • put to open shame
Strongs Number
  • 3856

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Verb Forms

Present
παραδειγματίζω
παραδειγματίζεις
παραδειγματίζει
παραδειγματίζομεν
παραδειγματίζετε
παραδειγματίζουσιν
Future
παραδειγματίσω
παραδειγματίσεις
παραδειγματίσει
παραδειγματίσομεν
παραδειγματίσετε
παραδειγματίσουσιν
Aorist
επαραδειγματίσα
επαραδειγματίσας
επαραδειγματίσεν
επαραδειγματίσαμεν
επαραδειγματίσατε
επαραδειγματίσαν
Imperfect
επαραδειγματίζον
επαραδειγματίζες
επαραδειγματίζεν
επαραδειγματίζομεν
επαραδειγματίζετε
επαραδειγματίζον