1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραδειγματίζω

παραδειγματίζω

Word
παραδειγματίζω (paradeigmatizō)
Gloss
  • expose
  • make an example of
  • put to shame
  • put to open shame
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3856
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 1
Syllables
πα·ρα·δειγ·μα·τί·ζω pa·ra·deig·ma·ti·zō

Verb Forms

Present
Active
παραδειγματίζω
παραδειγματιζεις
παραδειγματιζει
παραδειγματιζομεν
παραδειγματιζετε
παραδειγματιζουσιν
Infinitive
Aorist
παραδειγματισαι

Usage in Biblical Text