1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραθαλάσσιος

παραθαλάσσιος

Word
παραθαλάσσιος, -α, -ον (parathalassios)
Gloss
  • by the sea
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3864
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρα·θα·λάσ·σι·ος
pa·ra·tha·las·si·os

Adjective Forms

Feminine
παραθαλασσια
παραθαλασσίας
παραθαλασσια
παραθαλασσίαν
παραθαλασσιαι
παραθαλασσιων
παραθαλασσιαις
παραθαλασσίους

Usage in Biblical Text