1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραινέω

παραινέω

Word
παραινέω (paraineō)
Gloss
  • recommend
  • urge
  • admonish
  • advise
  • exhort
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3867
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2
Syllables
πα·ραι·νέ·ω
pa·rai·ne·ō

Verb Forms

Present
Active
παραινῶ
παραινεις
παραινει
παραινουμεν
παραινειτε
παραινουσιν
Imperfect
Active
επαραινουν
επαραινεις
παρῄνει
επαραινουμεν
επαραινειτε
επαραινουν

Usage in Biblical Text