1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραιτέομαι

παραιτέομαι

Word
παραιτέομαι (paraiteomai)
Gloss
  • make excuse
  • refuse
  • reject
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3868
Word Frequency
  • Nestle 1904: 12
  • Byzantine NT: 11
Syllables
πα·ραι·τέ·ο·μαι
pa·rai·te·o·mai

Verb Forms

Present
Middle/Passive
παραιτοῦμαι
παραιτεη
παραιτεεται
παραιτεομεθα
παραιτεεσθε
παραιτεονται
Aorist
Middle
επαραιτηθην
επαραιτηθης
επαραιτηθη
επαραιτηθημεν
επαραιτηθητε
παρῃτήσαντο
Subjunctive
Aorist
παραιτήσησθε
Imperative
Present
παραιτοῦ
Infinitive
Present
παραιτεῖσθαι