1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρακολουθέω

παρακολουθέω

Word
παρακολουθέω (parakoloutheō)
Gloss
  • follow closely
  • investigate
  • accompany
Part of Speech
Verb
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4
Syllables
πα·ρα·κο·λου·θέ·ω pa·ra·ko·lou·the·ō
Strongs Number
  • 3877

Verb Forms

Future
Active
παρακολουθησω
παρακολουθησεις
παρακολουθήσει
παρακολουθησομεν
παρακολουθησετε
παρακολουθησουσιν
Aorist
Active
ἐπαρακολουθησα
παρηκολούθησας
ἐπαρακολουθησεν
ἐπαρακολουθησαμεν
ἐπαρακολουθησατε
ἐπαρακολουθησαν
Perfect
Active

παρηκολούθηκας




Usage in Biblical Text