1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραλλαγή

παραλλαγή

Word
παραλλαγή, -ῆς, ἡ (parallagē)
Gloss
  • change
  • variation
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3883
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ραλ·λα·γή
pa·ral·la·gē

Noun Forms

Singular
παραλλαγή
τῆς παραλλαγης
τῃ παραλλαγῇ
τήν παραλλαγην

Usage in Biblical Text