1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραλυτικός

παραλυτικός

Word
παραλυτικός, -οῦ, ὁ (paralutikos)
Gloss
  • paralytic
  • afflicted with paralysis
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3885
Word Frequency
  • Byzantine NT: 10
  • Nestle 1904: 10
Syllables
πα·ρα·λυ·τι·κός
pa·ra·lu·ti·kos

Noun Forms

Singular
παραλυτικός
τοῦ
τῳ παραλυτικῷ
τόν παραλυτικόν
Plural
οἱ
τῶν
τοῖς
τούς παραλυτικούς