1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρανομία

παρανομία

Word
παρανομία, -ας, ἡ (paranomia)
Gloss
  • lawlessness
  • evil-doing
  • transgression
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3892
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρα·νο·μί·α
pa·ra·no·mi·a

Noun Forms

Singular
παρανομία
τῆς παρανομίας
τῃ παρανομίᾳ
τήν παρανομίαν
Plural
αἱ παρανομίαι
τῶν παρανομιων
ταῖς παρανομίαις
τάς παρανομίας

Usage in Biblical Text