1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρασκευάζω

παρασκευάζω

Word
παρασκευάζω (paraskeuazō)
Gloss
  • prepare
  • make ready
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3903
Word Frequency
  • Byzantine NT: 4
  • Nestle 1904: 4
Syllables
πα·ρα·σκευ·ά·ζω
pa·ra·skeu·a·zō

Verb Forms

Present
Active
παρασκευάζω
παρασκευαζεις
παρασκευαζει
παρασκευαζομεν
παρασκευαζετε
παρασκευαζουσιν
Future
Middle
παρασκευασομαι
παρασκευαση
παρασκευάσεται
παρασκευασομεθα
παρασκευασεσθε
παρασκευασονται
Perfect
Middle/Passive


παρεσκεύασται



Usage in Biblical Text