1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρατείνω

παρατείνω

Word
παρατείνω (parateinō)
Gloss
  • extend
  • prolong
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3905
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρα·τεί·νω
pa·ra·tei·nō

Verb Forms

Imperfect
Active
επαρατεινον
επαρατεινες
παρέτεινεν
επαρατεινομεν
επαρατεινετε
επαρατεινον

Usage in Biblical Text