1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρατηρέω

παρατηρέω

Word
παρατηρέω (paratēreō)
Gloss
  • watch closely
  • observe scrupulously
  • watch
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3906
Word Frequency
  • Nestle 1904: 6
  • Byzantine NT: 6
Syllables
πα·ρα·τη·ρέ·ω
pa·ra·tē·re·ō

Verb Forms

Imperfect
Active
επαρατηρουν
επαρατηρεις
επαρατηρει
επαρατηρουμεν
επαρατηρειτε
παρετήρουν
Present
Middle/Passive
παρατηρεομαι
παρατηρεη
παρατηρεεται
παρατηρεομεθα
παρατηρεῖσθε
παρατηρεονται