1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παραχειμασία

παραχειμασία

Word
παραχειμασία, -ας, ἡ (paracheimasia)
Gloss
  • wintering
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3915
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρα·χει·μα·σί·α
pa·ra·chei·ma·si·a

Noun Forms

Singular
παραχειμασια
τῆς παραχειμασιας
τῃ παραχειμασια
τήν παραχειμασίαν

Usage in Biblical Text