1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρεμβολή

παρεμβολή

Word
παρεμβολή, -ῆς, ἡ (parembolē)
Gloss
  • camp
  • army
  • fortress
  • barracks
  • army in battle array
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3925
Word Frequency
  • Nestle 1904: 10
  • Byzantine NT: 10
Syllables
πα·ρεμ·βο·λή
pa·rem·bo·lē

Noun Forms

Singular
παρεμβολή
τῆς παρεμβολῆς
τῃ παρεμβολῇ
τήν παρεμβολήν
Plural
αἱ παρεμβολαί
τῶν παρεμβολῶν
ταῖς παρεμβολαῖς
τάς παρεμβολάς