1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρηγορία

παρηγορία

Word
παρηγορία, -ας, ἡ (parēgoria)
Gloss
  • comfort
  • encouragement
  • solace
  • consolation
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3931
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρη·γο·ρί·α
pa·rē·go·ri·a

Noun Forms

Singular
παρηγορία
τῆς παρηγοριας
τῃ παρηγορια
τήν παρηγορίαν
Plural
αἱ παρηγοριαι
τῶν παρηγοριων
ταῖς παρηγορίαις
τάς παρηγοριας

Usage in Biblical Text