1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παροικία

παροικία

Word
παροικία, -ας, ἡ (paroikia)
Gloss
  • sojourn
  • stay
  • sojourning
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 3940
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2
Syllables
πα·ροι·κί·α
pa·roi·ki·a

Noun Forms

Singular
παροικία
τῆς παροικίας
τῃ παροικίᾳ
τήν παροικίαν
Plural
αἱ παροικιαι
τῶν παροικιῶν
ταῖς παροικίαις
τάς παροικίας

Usage in Biblical Text