1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παρομοιάζω

παρομοιάζω

Word
παρομοιάζω (paromoiazō)
Gloss
  • be like
  • resemble
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3945
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
πα·ρο·μοι·ά·ζω
pa·ro·moi·a·zō

Verb Forms

Present
Active
παρομοιαζω
παρομοιαζεις
παρομοιαζει
παρομοιαζομεν
παρομοιάζετε
παρομοιαζουσιν

Usage in Biblical Text