1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. παροξύνω

παροξύνω

Word
παροξύνω (paroxunō)
Gloss
  • provoke
  • irritate
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 3947
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
πα·ρο·ξύ·νω
pa·ro·xu·nō

Verb Forms

Present
Middle/Passive
παροξυνομαι
παροξυνη
παροξύνεται
παροξυνομεθα
παροξυνεσθε
παροξυνονται
Imperfect
Passive
επαροξυνομην
επαροξυνου
παρωξυνετο
επαροξυνομεθα
επαροξυνεσθε
επαροξυνοντο

Usage in Biblical Text