1. Dictionary
  2. πεντηκοστή

πεντηκοστή

Word
πεντηκοστή, -ῆς, ἡ (pentēkostē)
Gloss
  • Pentecost
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 4005
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
πεντηκοστή
της πεντηκοστῆς
τῃ πεντηκοστῃ
την πεντηκοστην