Dictionary of Biblical Greek and Related Words

περπερεύομαι

Word
περπερεύομαι (perpereuomai)
Gloss
  • boast
  • brag
Part of Speech
Verb
Word Frequency
  • kjtr: 1
  • sr: 1
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
περ·πε·ρεύ·ο·μαι per·pe·reu·o·mai
Strongs Number
  • 4068

Verb Forms

Present
Middle
περπερευομαι
περπερευη
περπερεύεται
περπερευομεθα
περπερευεσθε
περπερευονται
Present
Middle/Passive
περπερεύομαι
περπερευη
περπερεύεται
περπερευομεθα
περπερευεσθε
περπερευονται

Usage in Biblical Text

Download this dictionary onto your iPhone or iPad.

  1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. περπερεύομαι