1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. πλήρωμα

πλήρωμα

Word
πλήρωμα, -τος, τό (plērōma)
Gloss
  • fullness
  • fulfillment
  • completion
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 17
  • Nestle 1904: 17
Syllables
πλή·ρω·μα plē·rō·ma
Strongs Number
  • 4138

Noun Forms

Singular
τό πλήρωμα
τοῦ πληρώματος
τῷ πληρώματι
τό πλήρωμα
Plural
τά πληρώματα
τῶν πληρωματων
τοῖς πληρωμασιν
τά πληρώματα

Usage in Biblical Text