1. Dictionary
  2. πνεῦμα

πνεῦμα

Word
πνεῦμα, -τος, τό (pneuma)
Gloss
  • spirit
  • Spirit
  • wind
  • breath
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 4151
Word Frequency
  • Nestle 1904: 379
  • Byzantine NT: 385

Noun Forms

Singular
το πνεύμα
του πνεύματος
τῳ πνεύματί
το πνεῦμά
Plural
τα πνεύματα
του πνευμάτων
τῳ πνεύμασιν
τα πνεύματα

Usage in Biblical Text