1. Dictionary
  2. ποιμήν

ποιμήν

Word
ποιμήν, -ένος, ὁ (poimēn)
Gloss
  • shepherd
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 4166
Word Frequency
  • Nestle 1904: 18
  • Byzantine NT: 18

Noun Forms

Singular
ποιμήν
του ποιμένος
τῳ ποιμένι
τον ποιμένα
Plural
οἱ ποιμένες
των ποιμένων
τοις ποιμέσι
τους ποιμένας

Usage in Biblical Text