1. Dictionary
  2. πολύς

πολύς

Word
πολύς, πολλή, πολύ (polus)
Gloss
  • much
  • many
  • often
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 4183
Word Frequency
  • Nestle 1904: 413
  • Byzantine NT: 423

Adjective Forms

Masculine
πολύς
πολλοῦ
πολλῷ
πολύν
πολλοί
πολλῶν
πολλοῖς
πολλούς
Feminine
πολλή
πολλῆς
πολλῇ
πολλήν
πολλαί
πολλῶν
πολλαῖς
πολλάς
Neuter
πολύ
πολλοῦ
πολλῷ
πολύ
πολλά
πολλῶν
πολλοῖς
πολλά

Usage in Biblical Text