1. Dictionary
  2. προστάσσω

προστάσσω

Word
προστάσσω (prostassō)
Gloss
  • command
  • order
  • instruct
  • appoint
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 4367
Word Frequency
  • Nestle 1904: 7
  • Byzantine NT: 8

Verb Forms

Aorist
Active
επροστάσσσα
επροστάσσσας
προσέταξέν
επροστάσσσαμεν
επροστάσσσατε
επροστάσσσαν