Dictionary of Biblical Greek and Related Words

πρωτότοκος

Word
πρωτότοκος, -ον (prōtotokos)
Gloss
  • first-born
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Byzantine NT: 9
  • Nestle 1904: 8
Syllables
πρω·τό·το·κος prō·to·to·kos
Strongs Number
  • 4416

Adjective Forms

Masculine
πρωτοτόκος
πρωτοτόκου
πρωτοτόκῳ
πρωτότοκον
πρωτότοκοι
πρωτοτόκων
πρωτοτόκοις
πρωτότοκους
Feminine
πρωτότοκος
πρωτότοκου
πρωτοτόκῳ
πρωτότοκον
πρωτότοκοι
πρωτότοκων
πρωτότοκοις
πρωτότοκους
Neuter
πρωτότοκον
πρωτοτόκου
πρωτότοκῳ
πρωτότοκον
πρωτότοκα
πρωτοτόκων
πρωτότοκοις
πρωτότοκα

Download this dictionary onto your iPhone or iPad.

  1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. πρωτότοκος