1. Dictionary
  2. πρωτότοκος

πρωτότοκος

Word
πρωτότοκος, -ον:first-born: (prōtotokos)
Gloss
  • first-born
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 4416
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 9

Adjective Forms

Masculine
πρωτότοκος
πρωτοτόκου
πρωτοτόκῳ
πρωτότοκον
πρωτότοκοι
πρωτοτόκων
πρωτοτόκοις
πρωτότοκους
Feminine
πρωτότοκος
πρωτότοκου
πρωτοτόκῳ
πρωτότοκον
πρωτότοκοι
πρωτότοκων
πρωτότοκοις
πρωτότοκους
Neuter
πρωτότοκον
πρωτοτόκου
πρωτότοκῳ
πρωτότοκον
πρωτότοκα
πρωτοτόκων
πρωτότοκοις
πρωτότοκα