1. Dictionary
  2. πρόβατον

πρόβατον

Word
πρόβατον, -ου, τό (probaton)
Gloss
  • sheep
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 4263
Word Frequency
  • Nestle 1904: 39
  • Byzantine NT: 41

Noun Forms

Singular
το πρόβατον
του προβάτου
τῳ προβάτῳ
το πρόβατον
Plural
τα πρόβατά
του προβάτων
τῳ προβάτοις
τα πρόβατά

Usage in Biblical Text