1. Home
  2. Dictionary
  3. π
  4. πρῶτος

πρῶτος

Word
πρῶτος, -η, -ον (prōtos)
Gloss
  • first
  • before
Part of Speech
Adjective
Word Frequency
  • Nestle 1904: 97
  • Byzantine NT: 99
Syllables
πρῶ·τος prō·tos
Strongs Number
  • 4413

Adjective Forms

Masculine
πρῶτος
προτέρου
πρώτῳ
πρῶτον
πρῶτοι
πρώτων
πρώτοις
πρώτους
Feminine
προτέρα
πρώτης
πρώτῃ
πρώτην
πρῶται
πρώτων
πρώταις
πρώτας
Neuter
πρῶτον
πρώτου
πρώτῳ
πρῶτον
πρῶτα
πρώτων
πρώτοις
πρῶτα

Usage in Biblical Text