1. Dictionary
  2. πᾶς

πᾶς

Word
πᾶς (pas)
Gloss
  • all
  • every
  • all things
  • whole
  • every kind of
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 3956
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1242
  • Byzantine NT: 1248

Adjective Forms

Masculine
πᾶς
παντός
παντί
πάντα
πάντες
πάντων
πᾶσιν
πάντας
Feminine
πᾶσα
πάσης
πάσῃ
πᾶσαν
πᾶσαι
πασῶν
πάσαις
πάσας
Neuter
πᾶν
παντός
παντί
πᾶν
πάντα
πάντων
πᾶσιν
πάντα

Usage in Biblical Text