1. Dictionary
  2. σάββατον

σάββατον

Word
σάββατον, -ου, τό (sabbaton)
Gloss
  • Sabbath
  • week
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 4521
Word Frequency
  • Nestle 1904: 68
  • Byzantine NT: 68

Noun Forms

Singular
το σάββατον
του σαββάτου
τῳ σαββάτῳ
το σάββατον
Plural
τα σάββατά
του σαββάτων
τῳ σάββασιν
τα σάββατά

Usage in Biblical Text