1. Dictionary
  2. σπλαγχνίζομαι

σπλαγχνίζομαι

Word
σπλαγχνίζομαι (splagchnizomai)
Gloss
  • have compassion
  • have pity on
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 4697
Word Frequency
  • Nestle 1904: 12
  • Byzantine NT: 12

Verb Forms

Present
Middle/Passive
σπλαγχνίζομαι
σπλαγχνίζῃ
σπλαγχνίζεται
σπλαγχνίζομεθα
σπλαγχνίζεσθε
σπλαγχνίζονται
Aorist
Passive
εσπλαγχνίσα
εσπλαγχνίσας
ἐσπλαγχνίσθη
εσπλαγχνίσαμεν
εσπλαγχνίσατε
εσπλαγχνίσαν