1. Home
  2. Dictionary
  3. σ
  4. σταφυλή

σταφυλή

Word
σταφυλή, -ῆς, ἡ (staphulē)
Gloss
  • grape
  • bunch of grapes
  • grapes
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3
Syllables
στα·φυ·λή sta·phu·lē
Tags
Strongs Number
  • 4718

Noun Forms

Singular
σταφυλή
τῆς σταφυλῆς
τῇ σταφυλη
τήν σταφυλήν
Plural
αἱ σταφυλαί
τῶν σταφυλων
ταῖς σταφυλαις
τάς σταφυλάς

Example Pictures