1. Dictionary
  2. συγκαλέω

συγκαλέω

Word
συγκαλέω (sugkaleō)
Gloss
  • call together
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 4779
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 8

Verb Forms

Present
Active
συγκαλῶ
συγκαλεῖς
συνκαλεῖ
συγκαλοῦμεν
συγκαλεῖτε
συγκαλοῦσιν
Aorist
Active
εσυγκαλήσα
εσυγκαλήσας
εσυγκαλήσεν
εσυγκαλήσαμεν
εσυγκαλήσατε
συνεκάλεσαν
Present
Middle/Passive
συγκαλέομαι
συγκαλέῃ
συγκαλεῖται
συγκαλέομεθα
συγκαλέεσθε
συγκαλέονται
Infinitive
Aorist
συγκαλεσασθαι