1. Home
  2. Dictionary
  3. σ
  4. συμπληρόω

συμπληρόω

Word
συμπληρόω (sumplēroō)
Gloss
  • fulfill
  • be swamped
  • approach
  • fill completely
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 4845
Word Frequency
  • Byzantine NT: 3
  • Nestle 1904: 3

Verb Forms

Imperfect
Passive
εσυμπληροομην
εσυμπληροου
εσυμπληροετο
εσυμπληροομεθα
εσυμπληροεσθε
συνεπληροῦντο
Infinitive
Present
συμπληροῦσθαι

Usage in Biblical Text