1. Dictionary
  2. συνέρχομαι

συνέρχομαι

Word
συνέρχομαι (sunerchomai)
Gloss
  • come together
  • come or go with
  • accompany
  • assemble
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 4905
Word Frequency
  • Nestle 1904: 30
  • Byzantine NT: 32

Verb Forms

2nd Aorist
Active


συνῆλθεν


συνῆλθον
Present
Middle/Passive
συνέρχομαι
συνέρχῃ
συνέρχεται
συνέρχομεθα
συνέρχεσθε
συνέρχονται
Subjunctive
Present
συνέρχησθε

Usage in Biblical Text