1. Dictionary
  2. τόπος

τόπος

Word
τόπος, -ου, ὁ (topos)
Gloss
  • place
  • location
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 5117
Word Frequency
  • Nestle 1904: 95
  • Byzantine NT: 94

Noun Forms

Singular
τόπος
του τόπου
τῳ τόπῳ
τον τόπον
Plural
οἱ τόποι
των τόπων
τοις τόποις
τους τόπους

Usage in Biblical Text