1. Dictionary
  2. φ
  3. φυλακή

Search Bible Vocabulary

φυλακή

φυλακή
τηςφυλακῆς
τῃφυλακῇ
τηνφυλακήν
αἱφυλακαι
τωνφυλακων
ταιςφυλακαῖς
ταςφυλακάς