1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνίστημι

ἀνίστημι

Word
ἀνίστημι (anistēmi)
Gloss
  • raise
  • arise
  • cause to arise
  • raise up
  • set up
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 450
Word Frequency
  • Byzantine NT: 113
  • Nestle 1904: 108

Verb Forms

Future
Active
ἀναστήσω
ἀνίστημισεις
ἀναστήσει
ἀνίστημισομεν
ἀνίστημισετε
ἀνίστημισουσιν
Aorist
Active
ηνίστημισα
ηνίστημισας
ἀνέστησεν
ηνίστημισαμεν
ηνίστημισατε
ἀνέστησαν
Present
Middle
ἀνίστημι
ἀνίστημιῃ
ἀνίσταται
ἀνίστημιομεθα
ἀνίστημιεσθε
ἀνίστημιονται
Present
Middle/Passive
ἀνίστημιομαι
ἀνίστημιῃ
ἀνίσταται
ἀνίστημιομεθα
ἀνίστημιεσθε
ἀνίστημιονται
Future
Middle
ἀνίστημισομαι
ἀνίστημισῃ
ἀναστήσεται
ἀνίστημισομεθα
ἀνίστημισεσθε
ἀναστήσονται
Subjunctive
Aorist
ἀναστήσω
Infinitive
Present
ἀνίστασθαι