1. Dictionary
  2. α
  3. ἀναγνωρίζω

Search Bible Vocabulary

ἀναγνωρίζω

Present
ἀναγνωρίζω
ἀναγνωρίζεις
ἀναγνωρίζει
ἀναγνωρίζομεν
ἀναγνωρίζετε
ἀναγνωρίζουσιν
Future
ἀναγνωρίσω
ἀναγνωρίσεις
ἀναγνωρίσει
ἀναγνωρίσομεν
ἀναγνωρίσετε
ἀναγνωρίσουσιν
Aorist
ηναγνωρίσα
ηναγνωρίσας
ηναγνωρίσεν
ηναγνωρίσαμεν
ηναγνωρίσατε
ηναγνωρίσαν
Imperfect
ηναγνωρίζον
ηναγνωρίζες
ηναγνωρίζεν
ηναγνωρίζομεν
ηναγνωρίζετε
ηναγνωρίζον