1. Dictionary
  2. α
  3. ἀναλαμβάνω

ἀναλαμβάνω

Word
ἀναλαμβάνω (analambanō)
Gloss
  • take up
  • raise
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 353
Word Frequency
  • Byzantine NT: 13
  • Nestle 1904: 13

Verb Forms

Aorist
Passive
ηναλαμβάνσα
ηναλαμβάνσας
ἀνελήφθη
ηναλαμβάνσαμεν
ηναλαμβάνσατε
ηναλαμβάνσαν
Infinitive
Present
ἀναλαμβάνειν