1. Dictionary
  2. α
  3. ἀναμάρτητος

Search Bible Vocabulary

ἀναμάρτητος

MasculineFeminineNeuter
ἀναμάρτητοςἀναμάρτητοςἀναμάρτητον
ἀναμάρτητουἀναμάρτητουἀναμάρτητου
ἀναμάρτητῳἀναμάρτητῳἀναμάρτητῳ
ἀναμάρτητονἀναμάρτητονἀναμάρτητον
ἀναμάρτητοιἀναμάρτητοιἀναμάρτητα
ἀναμαρτήτωνἀναμάρτητωνἀναμάρτητων
ἀναμάρτητοιςἀναμάρτητοιςἀναμάρτητοις
ἀναμαρτήτουςἀναμάρτητουςἀναμάρτητα