1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνατολή

Search Bible Vocabulary

ἀνατολή

ἀνατολήν
τηςἀνατολάς
τῃἀνατολῇ
τηνἀνατολήν
αἱἀνατολαὶ
τωνἀνατολῶν
ταιςἀνατολαῖς
ταςἀνατολάς