1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνεκδιήγητος

Search Bible Vocabulary

ἀνεκδιήγητος

MasculineFeminineNeuter
ἀνεκδιήγητοςἀνεκδιήγητοςἀνεκδιήγητον
ἀνεκδιήγητουἀνεκδιήγητουἀνεκδιήγητου
ἀνεκδιήγητῳἀνεκδιηγήτῳἀνεκδιήγητῳ
ἀνεκδιήγητονἀνεκδιήγητονἀνεκδιήγητον
ἀνεκδιήγητοιἀνεκδιήγητοιἀνεκδιήγητα
ἀνεκδιήγητωνἀνεκδιήγητωνἀνεκδιήγητων
ἀνεκδιήγητοιςἀνεκδιήγητοιςἀνεκδιήγητοις
ἀνεκδιήγητουςἀνεκδιήγητουςἀνεκδιήγητα