1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνεξιχνίαστος

Search Bible Vocabulary

ἀνεξιχνίαστος

MasculineFeminineNeuter
ἀνεξιχνίαστοςἀνεξιχνίαστοςἀνεξιχνίαστον
ἀνεξιχνίαστουἀνεξιχνίαστουἀνεξιχνίαστου
ἀνεξιχνίαστῳἀνεξιχνίαστῳἀνεξιχνίαστῳ
ἀνεξιχνίαστονἀνεξιχνίαστονἀνεξιχνίαστον
ἀνεξιχνίαστοιἀνεξιχνίαστοιἀνεξιχνίαστα
ἀνεξιχνίαστωνἀνεξιχνίαστωνἀνεξιχνίαστων
ἀνεξιχνίαστοιςἀνεξιχνίαστοιςἀνεξιχνίαστοις
ἀνεξιχνίαστουςἀνεξιχνίαστουςἀνεξιχνίαστα