1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνεπίλημπτος

Search Bible Vocabulary

ἀνεπίλημπτος

MasculineFeminineNeuter
ἀνεπίλημπτοςἀνεπίλημπτοςἀνεπίλημπτον
ἀνεπίλημπτουἀνεπίλημπτουἀνεπίλημπτου
ἀνεπίλημπτῳἀνεπίλημπτῳἀνεπίλημπτῳ
ἀνεπίλημπτονἀνεπίλημπτονἀνεπίλημπτον
ἀνεπίλημπτοιἀνεπίλημπτοιἀνεπίλημπτα
ἀνεπίλημπτωνἀνεπίλημπτωνἀνεπίλημπτων
ἀνεπίλημπτοιςἀνεπίλημπτοιςἀνεπίλημπτοις
ἀνεπίλημπτουςἀνεπίλημπτουςἀνεπίλημπτα