1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνθρακιά

Search Bible Vocabulary

ἀνθρακιά

ἀνθρακιά
τηςἀνθρακιᾶς
τῃundefined
τηνἀνθρακιὰν
αἱundefined
τωνundefined
ταιςundefined
ταςundefined