1. Dictionary
  2. α
  3. ἀνθρωπάρεσκος

Search Bible Vocabulary

ἀνθρωπάρεσκος

MasculineFeminineNeuter
ἀνθρωπάρεσκοςἀνθρωπάρεσκοςἀνθρωπάρεσκον
ἀνθρωπάρεσκουἀνθρωπάρεσκουἀνθρωπάρεσκου
ἀνθρωπάρεσκῳἀνθρωπάρεσκῳἀνθρωπάρεσκῳ
ἀνθρωπάρεσκονἀνθρωπάρεσκονἀνθρωπάρεσκον
ἀνθρωπάρεσκοιἀνθρωπάρεσκοιἀνθρωπάρεσκα
ἀνθρωπαρέσκωνἀνθρωπάρεσκωνἀνθρωπάρεσκων
ἀνθρωπαρέσκοιςἀνθρωπάρεσκοιςἀνθρωπάρεσκοις
ἀνθρωπάρεσκουςἀνθρωπάρεσκουςἀνθρωπάρεσκα